Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ


Τα βήματά μου στους Αγίους Τόπους ΑΛΑΤΑΡΗ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑ


Η ΚΟΡΙΝΑ Η ΝΤΡΕΣ Η ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Ι.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.





Ή Κορίνα ή Ντρές, ή νοσηλεύτρια του βουνού καί τής στάνης


Καταγόταν από τό ένδοξο Μεσολόγγι. Υπηρέτησε
ως εθελόντρια αδελφή στον πόλεμο τού ’40 κι έπειτα νοσοκόμος στα ψηλά βουνά τής Ευρυτανίας, από χίλια μέτρα κι απάνω, μέχρι τό τέλος τής θητείας της. Στά ψηλά βουνά, πού, όταν πλακώσει ό χειμώνας, σε διώχνουν,
σου λέγουν: «Αφήστε μας μόνα να παλέψουμε με τά χιόνια
καί τις καταιγίδες κι ελάτε πάλι τήν άνοιξη κοντά μας». ’Ήτανε κι αυτή ή ψυχή σάν τούς ξεχασμένους ιεροκήρυκες τής υπαίθρου, πού κανείς δεν τήν σκέφθηκε, όταν μεγάλωσε, να την κατεβάσει στά πεδινά. Φτωχή κι ανυπεράσπιστη από τούς μεγάλους, διακόνησε τήν Δομνίστα, τό Κρίκελλο καί τό Καρπενήσι αγόγγυστα όλη τήν τριακοπενταετία. Οσάκις βλέπω προτομή αδελφής νοσοκόμας, ενθυμούμαι τήν Κορίνα με τά ακουστικά, τό πιεσόμετρο καί τήν σύριγγα να γυρίζει μες στά χιόνια καί τις κακοκαιρίες από καλύβα σε καλύβα, να νοσηλεύση τον γέρο, τον ανήμπορο.

Ολοι οί άνθρωποι γιά τήν Κορίνα είχανε μόνον ένα όνομα: «ό χρυσός» καί «ή χρυσή». Με αύτήν τήν τρυφερή προσφώνηση καί τήν εύσπλαγχνική έκφραση ό ορεσίβιος ξυλοκόπος καί βοσκός είσήρχετο στο ιατρείο θηρίο καί έξήρχετο απριλιάτικο αρνάκι. Με τον καλό τρόπο καί τούς χαμηλούς
τόνους ήταν πάντα ό κούκος πού έφερνε τήν άνοιξη στις πληγωμένες ψυχές. 
Μέ τον ήμερο τρόπο της καί τα γουστόζικα ανέκδοτά της ησύχαζε τον αγριεμένο, παρηγορούσε τον παραπονεμένο, γινόταν ό πνευματικός του χωρίου, ό κυματοθραύστης στις φουρτούνες τής οικογένειας. Οί άνθρωποι, μακριά από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, παρηγοριά ήθελαν, κάπου ν’ ακουμπήσουν τις τυραγνίες τους. Και αυτή ήταν
ή Κορώνα, «ή γιάτρισσα» όπως την έλεγαν. Και δεν χρειαζόταν πολύς κόπος να την βρεις. Δυο δρόμους ήξερε: τού ιατρείου καί τής εκκλησίας. Ό πόνος είναι ό δρόμος πού οδηγεί στον Θεό. Μακάριος είναι ό νοσηλευτής καί θεραπευτής πού βοηθά αυτήν την ώρα τό πλανώμενο πρόβατο.

Ή Κορίνα δεν ήξερε μήτε να ψάλλη μήτε να διαβάζη τά γράμματα τής Εκκλησίας. Άλλ’ ήξερε πολύ καλά να τά άκούη καί να τά παρακολουθή. Δεν έλειπε από καμία ακολουθία. Ήταν, όπως την χαρακτήριζε κάποιος, τό μανάλι της εκκλησίας, πού δεν ψάλλει, δεν διαβάζει, αλλά φέγγει μέ την παρουσία του. Στην ιερά μονή τού Προυσού πού διακονούσαμε ήταν μόνιμη μυροφόρα στις μεγάλες γιορτές. Ερχόταν από την ορεινή Δομνίστα φορτωμένη δώρα, σαν να ερχόταν από τις μεγάλες αγορές του κόσμου, για να συνεορτάσουμε.

Ή έξομολόγησή της ήταν πάντα καθαρή και διαυγής, όπως
ήταν και ή ψυχή της. 'Αγνή κόρη, άκατηγόρητη.

Αυτή ή ψηλή δενδρολιβανιά δεν άφηνε σε κανέναν υπόνοιες αμαρτίας. Πορεύθηκε σαν Άγγελος μέσα στο δύσκολο διακόνημα τής νοσοκόμας. Άπ’ όπου πέρασε άφησε τήν μαρτυρία του ανθρώπου του Θεού. Ποτέ δέν ήρθε σέ ρήξη μέ κανένα, γιατί ποτέ δέν χρησιμοποίησε τό δικαίωμα.

Στήν διαθήκη της θυμήθηκε τους αδελφούς τής μονής Δοχειαρίου κι άφησε δέκα χιλιάδες δραχμές για τα μνημόσυνά της.

’Άς είναι αιώνια ή μνήμη της στήν θύμηση τού Θεού. Μάς
δίδαξε τήν αυτοθυσία καί τήν ταπεινή αξιοπρέπεια. Τα παράπονά της ήταν όμορφα. Καμάρωνα να τα ακούω. Τήν ευχαριστώ.




ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 



ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.
                          

Ο ΓΕΡΟ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.Είπα: «Αυτός είναι αληθινή εκκλησιά!». ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Ι ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.






Ό γέρο-Άναστάσης

Κατήγετο από τα Δολιανά τής Εύρυτανίας, τα όποια εύρίσκοντο πίσω από τό Μεγάλο Χωριό. Για να φθάσης εκεί, έπρεπε να ξεκινήσεις από τό Μεγάλο
Χωριό, να ανηφορίσεις τήν υψηλή κορυφή τής Τσούκας καί να
κατέβης στήν πλαγιά του βουνού. Εκεί στα υψηλά πεζούλια
σκαρφάλωσαν οί πρόγονοί μας γιά τον φόβο τού κατακτητού. Σήμερα μπορεί νά μήν ύπάρχη κανένας κάτοικος. Σ’ αυτό τό ερημικό λημέρι μπορεί καί νά μή πάτησε κατακτητής, άλλ’ ό διάβολος καί πάτησε καί ενθρονίστηκε. Καθώς μου διηγείτο ό μπαρμπ’-Άναστάσης:
- Μιά γυναίκα καταγινότανε με τά μάγια. Ερχόντουσαν πολλοί από μακριά νά καταστρέψουν τον συνάνθρωπό τους.

Τήν νύχτα, πού ασχολείτο με τά δαιμονικά της έργα, ακούγονταν τόσο δυνατοί κρότοι, πού νομίζαμε πώς κατρακυλούν τά βουνά καί θά πέσουνε νά μάς πλακώσουν. Δεν κοιμόμαστε εκείνο τό βράδυ καί δεν μιλούσαμε ό ένας στον άλλον. Κι όταν έφυγε τό ’44 ανταρτόπληκτη από τό χωριό γιά τό Παναιτώλιο, δεν ήσύχασε ό τόπος. Οί πειρασμοί έμειναν νά μας έκφοβίζουν, μέχρι πού παρακαλέσαμε τον μακαριστό μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Εύρυτανίας Χριστοφόρο Άλεξανδρόπουλο. Μάς διάβασε έξορκισμούς καί έτσι ήσυχάσαμε. Ό τόπος μας είναι γιά άσκητήρι των μοναχών καί όχι γιά τέτοια φοβερά πράγματα.

Τον γέρο-Άναστάση τον γνώρισα τό ’75. Πλησίαζε τα ογδόντα. Ελαφρά κυρτωμένος, άλλα τό πρόσωπο φωτεινό, γλυκύ, χαριτωμένο καί καθαρό σαν του μικρού παιδιού. Τα μάτια γαλανά, λαμπερά όπως οί φεγγίτες τής φωτισμένης εκκλησίας μέσα στο βαθύ σκοτάδι τής νύχτας. Μόλις τον αντίκρισα, ένιωσα θεία έλξη. Είπα: «Αυτός είναι αληθινή εκκλησιά!». Τό πρόσωπό του μου φάνηκε σαν φωτισμένος ναός στο χωριό την νύχτα των Χριστουγέννων, όταν δεν υπήρχε ό πολιτισμός τού ρεύματος. Άρχισα να βάνω λογισμό πώς θά τον έβλεπα ιδιαιτέρως. Δεν χρειάστηκε. Μόνος του ήρθε καί ζήτησε εξομολόγηση. Δεν νομίζω πώς ή χαρά μου ήτανε λιγώτερη από την δική του πού θά εξομολογείτο. Άν καί εκείνη την περίοδο μιά βαρειά ύπερκόπωση δεν μού έπέτρεπε νά εξομολογώ, πασίχαρης δέχτηκα, γιατί πίστευα πώς άνώγαιο έστρωμένο θά βρώ την ψυχή του. Σεβαστικά μού εξιστόρησε την ζωή του. Έβλεπε έγγύς τό τέλος του καί επιθυμούσε γενική καί τελική εξομολόγηση νά κάνη.

-     Πού λές, Γέροντά μου, όταν προσήγγιζα τήν εφηβεία, πέρασε ένας μοναχός από τό χωριό μας. Είχε ντορβά στην πλάτη καί κρατούσε ραβδί στο χέρι. Θύμιζε πατρο-Κοσμά.

Τό βράδυ ό πατέρας μου τον πήρε στο σπίτι. Τό δωμάτιό μου
από του Γέροντα τό χώριζε ένας τσατμάς. Αφού γύρισε ή νύχτα, άκουσα ψαλμωδία καί ανάγνωση τής εκκλησίας. Σηκώθηκα αθόρυβα. Έφθασα στην πόρτα του. Από μια σχισμή τού ξύλου είδα τον μοναχό πότε να διαβάζη, πότε να μετανίζη καί άλλοτε να ψάλλη. Δέν μπορώ να σου προσδιορίσω
πόση ώρα έμεινα θεατής άθεάτων πραγμάτων μπορεί υπέρ
τάς δύο. Αφού ξημέρωσε ο Θεός, ή μάννα στον σοφρά ετοίμασε πρωινό. Κάθισα δίπλα του.
-       Πάτερ, πώς βρεθήκατε στο χωριό;
-       Κηρύττω τον Χριστόν.
-       Τήν νύχτα κάνατε μόνος Λειτουργία;
-’Όχι, καλό μου παιδί- είναι ακολουθία τού ’Όρθρου καί ό προσωπικός μου κανόνας.
-       Αυτά μπορώ να τα κάνω κι εγώ πού είμαι λαϊκός;
-       Κάθε άνθρωπος, κληρικός καί λαϊκός.
-       Βιβλία όμως δέν έχω.
-       Θα σου αφήσω τα δικά μου.
Άνοιξε τον ντορβά του. Έβγαλε πρώτα αντίδωρο καί αγιασμό.
-       Αυτά θά τά παίρνης κάθε πρωί.Άν σου συμβή ζημιά τήν νύχτα, τήν άλλη μέρα.
Έπειτα έβγαλε καί τά βιβλία. Πόση χαρά πήρα. Σάν νά έβλεπα τον κόσμο ολόκληρο. Άνοιξε τό Ωρολόγιο καί μου έδειξε τό Μεσονυκτικό καί τά υπόλοιπα βιβλία γιά τον ’Όρθρο καί τον Εσπερινό. Έμεινε λίγες μέρες κοντά μας καί, αφού μου άφησε τά πάντα, καί τον ίδιο τον ντορβά του, έφυγε χωρίς ποτέ νά τον ματαδώ. Από τότε μέχρι αύτήν τήν ώρα ποτέ δέν
παρέλειψα τής Εκκλησίας τά γράμματα. Θεόσταλτος ήταν ό καλόγερος. 'Όταν τον βάζω στον νου μου, πλημμυρίζει ή καρδιά μου ευχαριστία πρώτα για τον Θεό και έπειτα για τον ευλογημένο άνθρωπο. Οί άνθρωποι έλεγαν μεταξύ τους:
-       Τί θέλει ό καλόγερος;
-       Τον Χριστό κηρύττει.
Αληθινά σ’ εμένα έδειξε τον δρόμο του Χριστού.
-'Όταν διάβαζες την ακολουθία, ή γυναίκα σου παρευρίσκετο;
-       ’Όχι πάντα. Σηκωνότανε μαζί μου, άλλα πάντα με τίς
μικροδουλειές (ν’ άνάψη φωτιά, να έτοιμάση φαγητό) έχανε τα περισσότερα γράμματα.
-       Σου έφερνε δυσκολίες;
-       Παραμικρά πράγματα.
-       Πώς ένιωθες την ώρα τής ακολουθίας;

-       Πάτερ Γρηγόριε, μέσα στήν απόλυτη σιγή τής νύχτας δοκίμαζα τόση γαλήνη καί ειρήνη σαν νά ’μουνα στον παράδεισο καί όλη την ημέρα στήν ερημιά που καλλιεργούσα 
τά κτήματά μου είχα τήν αίσθηση πώς φρουροί με περιέβαλλαν. ’Άλλοτε, αν είχα βιαστή ή κάποια γράμματα παραλείψει, ένιωθα μικρότερη τήν παρεμβολή.
Ήρθε ακόμη μερικές φορές στο μοναστήρι. Αφού έμεινε μόνος του -ή συντρόφισσά του έκοιμήθη, οί δικοί του πήραν τον δρόμο τής ξενιτειάς, τά γηρατειά κατέφθασαν βεβαρημένα- αποφάσισε τήν ζωή τού γηροκομείου. Προτού φύγη για τό «μεγάλο χωριό» τής Αττικής, τό μοναδικό πράγμα πού
τού είχε άπομείνει από τήν ποιμενική του ζωή ήτανε μιά γίδα. Τήν πήρε από τά Δολιανά καί τήν έφερε στο μοναστήρι. περπατώντας τρεις περίπου μέρες. Κάθιδρος μού τήν παρέδωσε στήν πύλη τού μοναστηριού.

-       Γέροντα, μικρά παρηγοριά στήν αρρώστια τού ζαχάρου.


Δάγκωσα τήν γλώσσα μου νά μή τού πώ πώς ποτέ δέν πίνω γάλα.
Χρόνια πέρασαν από τότε. Άσπρισα. Καί ζω, χωρίς να
ξεχνώ τον μπαρμπ’-Άναστάση με τήν γίδα του στην πύλη
τής Μονής. Τό ιλαρό του πρόσωπο μου δίδαξε πολλά. Τότε
θυμήθηκα τα λόγια τής γερόντισσας Εύσεβίας τής Άλαχούζαινας: «Ένα μάτι μου έμεινε από τις επεμβάσεις, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων καί να δοξάζω τον Θεόν».



ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 


ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

ΒΑΣΙΛΩ Η ΒΑΣΤΑΡΟΥΧΑ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Ι.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.






Βασίλω ή Βασταρουχα

Ο τήν άλλη άκρη τού χωριού τού Προυσού υπήρχε ακόμη μιά λεβέντισσα πριγκιποπούλα, ή Βασίλω. Ανδρεία γυναίκα, σάν τήν Δεββώρα τού Ισραήλ, δυνατή καί στο σώμα καί στήν ψυχή. Άνθρωπος δοσμένος στήν δουλειά του, όχι τόσο γιατί αγαπούσε τά χρήματα, όσο τό μοναστήρι καί τούς διακονητές του. Αγαπούσε τήν Παναγία καί τά παιδιά Της, τούς μοναχούς. Συνεργαστήκαμε οκτώ χρόνια. Ποτέ δέν ζήτησε κάτι γιά τον εαυτό της.
Ποτέ δέν εκμεταλλεύτηκε τήν ανάγκη μου. Ποτέ δέν ανταλλάξαμε λόγο πικρό. ’Ήτανε στο μοναστήρι από τό πουρνό- πουρνό μέχρι τό βαθύ σούρουπο. Κι αν χρειαζότανε νά παραμείνη μέχρι καί την νύχτα, ποτέ δεν το αρνήθηκε ούτε και παραπονέθηκε. Είχε στόμα κλειστό καί χέρια καί πόδια έτοιμα στην διακονία. Έβαζε μπουγάδες σε τόπο ανήλιο καί παγωμένο, στου Προυσού τό βαρύ κλίμα, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Καθάριζε τουαλέτες, δωμάτια. Έστρωνε κρεβάτια.

Βοηθούσε στον κήπο, στην μεταφορά οικοδομικών υλικών.
Καί στην συγκομιδή τής ελιάς πρώτη στα λιοστάσια τής Παν-
αγίας, στου Αγρίνιου τα μέρη, ή Βασίλω, ή κοπέλα τών εβδομήντα πέντε χρόνων.

Υπήρξε ή καλύτερη υποτακτική μου καί στα υλικά πράγματα καί στά πνευματικά. Μετά την κοίμησή της, κάθε μέρα έλεγα: «Έφυγε ή Βασίλω- πουθενά Βασίλω». Πόθεν ή αρχοντιά, τό πνεύμα τής αύτοθυσίας, σ’ αυτήν τήν πονεμένη καί κατατυραννισμένη κόρη τού δάσους καί τών γκρεμών τού Προυσού ; Ποιος τής δίδαξε διάκριση, σεβαστικότητα, ευγένεια ψυχική; Έγινε μάννα ή Βασίλω, χωρίς νά γεννήση- κι εμείς γίναμε αγαπητά της παιδιά, χωρίς νά θηλάσουμε. Τά χρόνια τής παραμονής μας γεύθηκα μιά παράδοξη μητρότητα και φροντίδα από αυτήν τήν παλιακιά γυναίκα, παρ’ όλο πού, με τις αποστάσεις πού κρατούσαμε, καί τήν «καλημέρα» δύσκολα έπρεπε νά τήν προφέρης. Εκεί είδα πώς, αν έχουμε αληθινά τον Χριστό στήν καρδιά μας, δεν θά μάς λείψη τίποτε, όπου καί αν βρεθούμε.

Τό τέλος της ήταν μιά δοκιμασία. Στις ελιές χτύπησε τό
πόδι της. Σιγά-σιγά έχασε τό φώς της, χωρίς νά παραπονεθή.
χωρίς νά γογγύξη, αλλά μέ τό όνομα τής Προυσιώτισσας άφησε τον κόσμο αυτόν γιά τήν αιωνιότητα.


Μέ συνεπήρε όμως ή αγάπη τών ανθρώπων πού μου έφεξαν στήν ζωή μου καί ξεχάστηκα εντελώς. Ωστόσο, δέν μπορώ νά μή μνημονεύω τούς ανθρώπους πού βάσταξαν μαζί μου τον καύσωνα τής ήμέρας καί τον παγετό τής νύχτας. Ή συνάθληση είναι ένα από τά σπουδαιότερα πράγματα στήν ζωή των ανθρώπων, όπου καί να αναφέρεται, είτε σε πνευματικούς είτε σε υλικούς αγώνες. Ένώ το να είμαστε «όλοι μαζί- μόνος» είναι μεγάλο πειρατήριο. Ό λόγος «κι έμενα άφήκατε μόνο» με πόσο πόνο άκούγεται από τον Θεάνθρωπο. Άλλ’ ας έπανέλθω στα χαριτωμένα μου πρόσωπα.


ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

ΕΚΠ.03 ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ:ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΑΧΡΑΝΤΟΙ ΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο)


ΠΑΣΧΑ 2017 ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ


Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ . Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ. - Πώς, Γέροντα; Βλέπομαι από τον Θεό καί εγώ βλέπω Εκείνον. Έχω κάθε μέρα συνάντηση στην ερημιά μου μ’ όλον τον κόσμο που μου προσφέρει ό Θεός. Τα πρόσωπα σου φέρνουν λογισμούς, ενώ ό Θεός ένα μόνο καλό λογισμό: την αγάπη Του.







Ή μάννα τής Αλεξάνδρας

Μόνιμα έγκαταβίωνε στά δυτικά τού χωρίου Προυσός. Ή αμετάθετη παραμονή στον ίδιο τόπο ούδόλως βλάπτει. Ταπεινά εξιστορώ τί βίωσα. Βλέπεις, καί ή αρχοντιά ή πραγματική είναι θείο δώρο, πού ο Θεός τήν δίνει σ’ εκείνες τις ψυχές πού μπορούν νά τήν εργαστούν μέχρι καί αυτήν τήν πύλη τού ουρανού. Πόσες φορές σκέφθηκα: «’Άς έρθουν οί ψευτοαρχόντισσες τού κόσμου νά δούν τί φτιάχνει ό Θεός σέ τούτα τά ψηλά βουνά». Είναι υψηλή, χωρίς ψηλοτάκουνα. Είναι έγγράματη, χωρίς σχολεία.
Είναι ανοιχτοχέρα, χωρίς πλούτη. Τής είπα:
- Έδώ πού κάθεσαι κανένας δέν σέ βλέπει.

- Πώς, Γέροντα; Βλέπομαι από τον Θεό καί εγώ βλέπω Εκείνον. Έχω κάθε μέρα συνάντηση στην ερημιά μου μ’ όλον τον κόσμο που μου προσφέρει ό Θεός. Τα πρόσωπα σου φέρνουν λογισμούς, ενώ ό Θεός ένα μόνο καλό λογισμό: την αγάπη Του.

Αληθινή ανθοφορούσα αμυγδαλιά μες στον πικρό χειμώνα ήταν ή μάννα τής Αλεξάνδρας, τής παραδουλεύτρας τού μοναστηριού τού Προυσού. Αληθινή αρχόντισσα με πλούσιο εσωτερικό καί εξωτερικό κόσμο.’Άν φορούσε καί τα πιο βαρύτιμα κοσμήματα, μάλλον θά έχανε από τό φυσικό της κάλλος.’Άν τήν παρατηρούσες προσεκτικά, πολύ επιθυμούσες να τήν είχες μάννα ή σύντροφο στήν ζωή σου. Τά φυσικά της κάλλη συμβάδιζαν με τό αρχοντικό της ύφος. Ένιωθες εύφορία νά σε υποδέχεται στήν πτωχική καλύβη της.
'Όταν μάς αφήνουν τέτοιοι άνθρωποι γιά τήν μακρινή χώρα τών ζώντων, νιώθουμε μοναξιά καί λύπη άδιασκέδαστη, γιατί χάνουμε τό άλάτι, χάνουμε τά ακριβά μπαχαρικά τής Ανατολής, πού νοστιμίζουν τήν ζωή μας.


ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.